νέκταρ

νέκταρ
(-αρος) τό нектар;

§ κρασί νέκταρ — марочное вино


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "νέκταρ" в других словарях:

  • νέκταρ — nectar neut voc sg νέκταρ nectar neut acc sg νέκταρ nectar neut nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέκταρ — Σακχαρούχα ουσία που εκκρίνεται από ειδικά όργανα ή από αδενώδεις επιφάνειες (επιφανειακοί εκκριτικοί ιστοί) του φυτού, τα νεκτάρια, τα οποία βρίσκονται συνήθως στα άνθη, αλλά επίσης και σε άλλα φυτικά μόρια. Η παραγωγή του ν. από τα νεκτάρια των …   Dictionary of Greek

  • νέκταρ — το νέκταρος 1. το ποτό των θεών της ελληνικής μυθολογίας. 2. ο χυμός που παίρνουν οι μέλισσες από τα λουλούδια. 3. μτφ., χαρακτηρισμός κάθε εύγευστου ποτού: Έχουμε κρασί νέκταρ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πότνια Ἥβη νέκταρ ἐῳνοχόει. — См. Геба …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Нектар в мифологии — (νέκταρ) в греческой мифологии напиток, употреблявшийся богами наряду с амброзией, которая служила им пищей (у лириков значение Н. иногда смешивается со значением амброзии). По Гомеру, нектар был похож на вино, имел красный цвет и при питье… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Нектар, в мифологии — (νέκταρ) в греческой мифологии напиток, употреблявшийся богами наряду с амброзией, которая служила им пищей (у лириков значение Н. иногда смешивается со значением амброзии). По Гомеру, нектар был похож на вино, имел красный цвет и при питье… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • νέκταρι — νέκταρ nectar neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέκταρος — νέκταρ nectar neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέλισσα — Κοινή ονομασία υμενοπτέρων εντόμων της υπεροικογένειας apοidea, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 19 οικογένειες με 3.000 περίπου είδη. Όλες οι μ. στηρίζονται στη γύρη ως μοναδική πηγή πρωτεϊνών και στο νέκταρ ως πηγή ενέργειας. Για τον λόγο… …   Dictionary of Greek

  • μέλι — Ρευστή σακχαρώδης ουσία με ιδιαίτερο άρωμα. Προέρχεται από το νέκταρ των ανθέων, το οποίο απορροφούν οι μέλισσες και αποθηκεύουν στον πρόλοβό τους. Το νέκταρ είναι ένας γλυκός χυμός που εκκρίνεται από ειδικούς αδένες των ανθέων και αποτελείται… …   Dictionary of Greek

  • άνθος — Βασικό τμήμα κάθε φυτού, αν και υπάρχουν φυτά που δεν ανθοφορούν.Λέγεται και λουλούδι. Το ά. είναι το μέρος του φυτού που περιέχει τα όργανα της εγγενούς αναπαραγωγής· κατά κανόνα είναι το πιο όμορφο, το πιο φανταχτερό και το πιο ευωδιαστό μέρος… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»